Δημοσιεύσεις
Η Μαστορική της πέτρας | Η Μαστορική της Πέτρας( Ελπινίκης Πιστρίκα) |
|
Η ΜΑΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ
Έδωσαν ζωή στην πέτρα γιατί έχτιζαν με την ψυχή τους Έδωσαν ζωή με πέτρα γιατί έχτιζαν και την ψυχή τους
Αφιέρωμα στον προπάππου μου Κων/νο Πιστρικόπουλο (Πιστρίκα) ή «Μαστρο-Ντούλα». Ελπίνα Κων/νου Πιστρίκα Αρχιτέκτων ΕΜΠ. Η φωτογραφία (από το οικογενειακό φωτογραφικό υλικό) που ακολουθεί και ικανοποιώντας μια μεγάλη επιθυμία του πατέρα μου ήταν η αφορμή που γράφτηκε αυτή η εργασία.
Οι μάστορες της πέτρας.ανθρωποι σημαντικοί, αλλά ταυτόχρονα απλοί, οι μάστορες της πέτρας στους γενέθλιούς μας τόπους είναι για μας προνομιακά προσιτοί και οικείοι. Στους μικρούς τόπους της Καρδίτσας τους συναντάς σε κάθε περίσταση και είναι αυτοί απέναντί σου χειμαρρώδεις και άμεσοι. Κι είναι τότε που δεν αρκείσαι σε αυτό που σου δίνουν απλά, παρά θες και να το μοιραστείς με άλλους και κάποιες φορές να το εκμεταλλευτείς. Τα κίνητρα από μας υπήρξαν ειλικρινή και γι αυτό πολύ δυνατά μέχρι το τέλος. Είναι ο θαυμασμός και το δέος που αισθανόμασταν ανέκαθεν γι αυτούς. Άλλωστε οι μάστορες αποτελούν πάντα πολύ σεβάσμια και σημαίνοντα πρόσωπα στους συγκεκριμένους τόπους απ' όπου καταγόμαστε. Περιπλανηθήκαμε έπειτα μαζί σε άλλους τόπους, άλλοτε από μια παρότρυνση κι άλλοτε τυχαία. Αβίαστα πάντα ανακαλύπταμε ανθρώπους με την ίδια ιδιότητα και ποιότητα να είναι το ίδιο οικείοι, λες και το σκηνικό να επαναλαμβανότανε ξανά και ξανά. Παρόλ' αυτά συχνά η αρχική κατεύθυνση έμοιαζε να αλλάζει μαζί με τις παραλλαγές στο αντικείμενο του μάστορα με τον οποίο κάθε φορά ερχόμασταν σε επαφή. Σε μια πιο μακρινή και συνολική θεώρηση της όλης πορείας, φαίνεται τελικά ότι αυτές οι μεταστροφές όριζαν κάθε φορά μόνο παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα -το πλάσιμο του υλικού σε συνδυασμό με μια ιδιαίτερη προσωπική διαδρομή του δημιουργού. Κάτι τέτοιο ορίζεται ως η κατεργασία του υλικού που έχει αφετηρία την αναγκαιότητα αλλά καταλήγει για το μάστορα και δημιουργό σε μια βιωματική διαδικασία και, κάποτε, σε υψηπετή τέχνη. Σε μια πρώτη, εξ αποστάσεως θεώρηση της σύγχρονης πραγματικότητας, η τέχνη του λιθοξόου φαντάζει υποβαθμισμένη σε σχέση με το παρελθόν ή μια τέχνη υπό εξαφάνιση. Ακόμα και τότε, τα αποθέματα της παράδοσης του τόπου καθώς και η αναλλοίωτη φύση του υλικού αποδεικνύονται στοιχεία ικανά να εμφυσήσουν τον ενθουσιασμό και την έμπνευση. Οι τεχνικές μοιάζουν να ανακαλύπτονται ξανά και επαφίεται κάθε φορά στην αντίληψη και στο ένστικτο του τεχνίτη-δημιουργού η εξέλιξη της τεχνικής και η αναγωγή της όλης δραστηριότητάς του σε τέχνη -ή αλλιώς- μαστορική. Ο όρος μάστορας απαντάται στην αυθεντική του μορφή στους πελεκάνους, κτίστες, μαρμαράδες και μαραγκούς. Η λέξη μάστορας προσδιορίζει τον τεχνίτη που κατέχει στο έπακρο την τεχνική αλλά και διατηρεί ένα προσωπικό ύφος που τον χαρακτηρίζει. Έτσι, σε έναν μάστορα μπορεί να οφείλονται καινοτομίες στην τεχνική είτε μια πολύπλευρη δράση σε πολλές τέχνες σχετικές με το υλικό. Ο μάστορας όμως, σε κάθε περίπτωση, χαρακτηρίζεται από μιαν ιδιαίτερη έφεση και δεινότητα στο αντικείμενό του, κάτι που άλλωστε αποτελεί γι' αυτόν προϋπόθεση για να διακριθεί καταρχήν μέσα στο συνάφι ή το εργαστήριο από όπου προέρχεται. Η μαστορική. Η «μαστορική» προκύπτει μέσα στο πλαίσιο και πάνω στη βάση ως η υλοποίηση ενός στόχου (το αναγκαίο, το χρήσιμο) και μιας αρχικής ιδέας. Η ιδέα αφορά τόσο στην πράξη, όσο και στην απόκτηση της ικανότητας για την εκπλήρωση της πράξης-χειρονομίας. Η οργάνωση της σκέψης και της τεχνικής δεινότητας συμβαίνει ταυτόχρονα με τη δημιουργία για την κάλυψη μιας ανάγκης. Η δημιουργία που εξετάζεται εδώ, ενέχει το στοιχείο του χειρωνακτικού σε βαθμό τέτοιο που να εξασφαλίζει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να βιώσει το υλικό με το βάρος, τη σκληρότητα, τη θερμοκρασία, την υφή, την αίσθηση που αυτό έχει. Ο τόπος. Ο τόπος αποτελεί την πρώτη αναφορά για να να τεθεί στο χώρο η όποια ανθρώπινη δραστηριότητα. Η μαστορική και η δημιουργία συμβαίνει μέσα σε ένα περιβάλλον. Στην τελική της υπόσταση, οπτικά πλαισιώνεται από αυτό, και επηρεάζεται από τις συνθήκες που αυτό δημιουργεί. Πιο πριν όμως, ο τόπος με τον ήλιο, τον αέρα, το έδαφος, τις μυρωδιές και τα χρώματά του είναι η «ουσία» εκείνη που καθορίζει τον άνθρωπο και τον πολιτισμό που αυτός παράγει. Και όσο ο τόπος μπορεί να εξηγήσει τους ανθρώπους και τα πεπραγμένα τους, παρατηρεί κανείς και χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό τα σημάδια του. Έτσι, μπορεί μια γραμμή απόλυτη σε δυο τοπία ίδια, άλλοτε να χωρίζει τον ουρανό από τη γη και άλλοτε τον ουρανό από τη θάλασσα. Κι ακόμα, "...γραμμές - ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα - και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές - μία μέσα στην άλλη...κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί - δυνατές πολύ παρορμήσεις."(Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί). Και είναι οι βράχοι αυτοί, η γη με τα υλικά της και το ξύλο, οι τόσο ιδιαίτερες και ποικίλες στον ελληνικό τόπο, ύλες που χρησιμοποιήθηκαν σε όλη την ιστορία του. Η πέτραΗ πέτρα είναι υλικό το οποίο βρίσκεται αυτοτελές στη φύση ή αποσπάται από αυτήν με σταθερές στο χρόνο, απλές και σχεδόν πρωτόγονες μεθόδους. Η φύση της πέτρας συγχρόνως αναγνωρίσιμη και απρόβλεπτη, καθορίζεται από απαράβατους φυσικούς κανόνες που συνδυάζονται μεταξύ τους με τρόπο απροσδιόριστο. Οι ιδιότητες της πέτρας κατά την επεξεργασία της αποτελούν έναν συνδυασμό από προσδιορίσιμα φυσικά χαρακτηριστικά και την «αίσθηση» του υλικού. Τα φυσικά χαρακτηριστικά του υλικού αφορούν στη γεωλογική μόρφωση του πετρώματος, στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται, τη σκληρότητα και το χρώμα. Τα χαρακτηριστικά της πέτρας ως προς τον τρόπο επεξεργασίας της είναι επισφαλές να περιγραφούν. Οι πέτρες διαφέρουν αλλά οι διαφορές τους μπορούν να εκτιμηθούν μόνο εμπειρικά. Η γεωλογική κατάταξη διατηρεί τη χρησιμότητά της αλλά φαίνεται να μην έχει σχέση με την επεξεργασιμότητα ή, όταν έχει, δύσκολα μπορεί κάτι τέτοιο να περιγραφεί. Σε κάθε περίπτωση μια τέτοια ταξινόμηση για τον λιθοξόο δεν είναι σημαντική. Αν μία σκληρή πέτρα που μπορεί να λειανθεί είναι γεωλογικά ασβεστόλιθος ή μάρμαρο, λιγοστή σχέση έχει με την ουσία του ζητήματος. Οι λιθοξόοι (ή πελεκάνοι) επιλέγουν την πέτρα βασιζόμενοι στο να είναι αυτή συμπαγής, να μην έχει «σχισματιές και διπλωμάδες» και να 'ναι «μαλακιά και στρογγυλή».[1] Οι ίδιοι βασίζουν την επιτυχία τους στα «χαρίσματα» αυτά της πέτρας, ενώ, χαρακτηρίζουν άγρια την πέτρα εκείνη που είναι «αράδωτη» και δύσκολα δουλεύεται. Παρά τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η πέτρα, η διαδικασία κατεργασίας της, από την εξόρυξη έως το πελέκημα και το πλάσιμό της, διατηρεί μια νομοτέλεια κοινή σε όλα τα είδη του υλικού. Ακόμα και όταν κάποια στάδια αυτής της διαδικασίας επισπεύδονται και προσπερνώνται με εξελιγμένες μεθόδους, το υλικό αφήνει αρκετά περιθώρια για να το βιώσει και να το πλάσει ο άνθρωπος. Αυτό που κυρίως αποτελεί τον κοινό τόπο για τα διάφορα είδη πέτρας, αφορά στην προέλευση -τη σχετική θέση του υλικού μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Η πέτρα προέρχεται πάντα από τη γη, είτε διάσπαρτη στο έδαφος είτε συνηθέστερα από το λατομείο -ένα οργανωμένο σμίλεμα της γης.
1. Από το περιοδικό Αρμολόι. Τα εργαλεία. Η χειρωνακτική διαδικασία εξόρυξης της πέτρας ζωντανεύει μέσα από τις διηγήσεις των μαστόρων που εμείς συναντήσαμε. Αυτοί συχνά μνημονεύουν τη χρήση της «παραμίνας» στη λατόμευση. Η παραμίνα είναι ένα μακρύ σιδερένιο κρουόμενο εργαλείο με μορφή καλεμιού. Με αυτό ανοίγονται οι τρύπες στο βράχο για να τοποθετηθούν οι σφήνες -αυτές είναι σιδερένιες και, συχνά, εκατέρωθέν τους τοποθετούνται πέταλα για να τις σταθεροποιήσουν. Με τη χρήση της βαριάς οι σφήνες εισχωρούν στο πέτρωμα και κομμάτι του αποκολλάται.
Τα εργαλεία των μαστόρων της πέτρας συμπληρώνονται με τη γωνιά, την πήχη
το ζύγι, το κουμπάσο, το μυστρί, το αλφάδι και τέλος, το σκεπάρνι και το πριόνι
για την κατασκευή της στέγης και των ξυλοτύπων των τόξων.
Προορισμός. Νομός Καρδίτσας, Θεσσαλία. Κύριο στοιχείο του τόπου είναι ο κάμπος με τα βουνά της Αργιθέας που κατεβαίνουν και τον πλαισιώνουν και η λίμνη Πλαστήρα. Στα τέλη του 19ου αιώνα κατέβηκαν κτιστάδες από την Δυτική Μακεδονία και κτίζονται τα χωριά, οι μεγάλες εκκλησιές και δημόσια έργα της περιοχής. Μάστορες της τότε εποχής ζουν ακόμα στην περιοχή. Οι μάστορες κτίστες και πελεκάνοι συγκροτούνταν σε συντεχνίες, τα ονομαζόμενα "μπουλούκια", το τελος των οποίων σημειώνεται στη δεκαετία του '30. Τα μπουλούκια λειτουργούσαν με κοινούς παρανομαστές με κοινούς ανθρώπινους μύθους που σήμερα δεν υπάρχουν.[1]
---------- 1. "Να κρατήσουμε κάποια πράγματα πριν τα πάρει ο χάρος. Και όπως ξέρεις να βλέπεις με τα μάτια της ψυχής. Και με αγάπη. Και να ξεχωρίζεις. Και για να παραθέτεις συγκριτικά και αντικειμενικά. Κι όχι για τις κάποιες εξωτερικές ομοιότητες. Αλλά για να γίνει νοητή η μια η αιώνια αλήθεια. Η φύση των πραγμάτων, που θα έλεγε ένας Ερωτόκριτος. Η φύση των πραγμάτων όπου μέσα της βρίσκεται όλη μας η ύπαρξη, όλο μας το είναι. Και το βιος μας. Και η αυριανή μας περπατησιά... Αν ξεπεράσουμε τη σημερινή μας κακοτυχία. Και την αδιαφορία για το πού πάμε... Αρης Κωνσταντινιδης.
Επικεφαλής του μπουλουκιού ήταν ο πρωτομάστορας και τα υπόλοιπα μέλη ήταν οι μάστορες και οι παρακεντέδες. [2] Την ιεράρχηση στο μπουλούκι ακολουθούσε και η κατανομή της αμοιβής. Σε όλη τη διάρκεια τη εργασίας, η διατροφή και τα γενικά έξοδα του μπουλουκιού καθορίζονταν από τον πρωτομάστορα με στόχο να περισσέψουν χρήματα που θα αποτελέσουν μετά τη διανομή -το μικρό θησαυρό του καθενός που θα φέρει στο χωριό μεσα στο κεμέρι του, για την οικογένεια που περιμένει.[3] Σύμφωνα με τις διηγήσεις των μαστόρων της πέτρας, όλη τους η τέχνη φαίνεται να συνοψίζεται σε μία λέξη: αργά. Όσο πιο αργά δούλευαν, τόσο πιο καλοί μαστόροι ήταν. Τραγουδούσαν και σφύριζαν στο πελέκημα για να ξεχνιούνται και να μην βιάζονται. Τα αποτελέσματα της επίπονης και προσεγμένης εργασίας δικαίωναν το μάστορα ο οποίος ήταν πρόσωπο καταξιωμένο στον κοινωνικό του περίγυρο.[4] Μέσα στην καθημερινή ζωή των μαστόρων, υπήρχαν και ιδιαίτερες, γι' αυτούς, στιγμές με αξία τόσο συναισθηματική όσο και υλική. Μια από αυτές και τα "μπαξίσια", τα δώρα δηλαδή με την αποπεράττωση της εργασίας. Όλοι οι μάστορες δέχονταν τα μπαξίσια και μάλιστα τα αξίωναν όταν χρειαζόταν. [5]
------------ 2. Μια διαρκής και ασίγαστη κοινωνική κουφόβραση χαρακτηρίζει τις σχέσεις πρωτομαστόρων και μαστόρων. Σε εμάς φτάνει με μισόλογα γεμάτα πικρία και άφθονα ανέκδοτα που καυτηριάζουνε την απληστία στη μοιρασιά.
3. Εκείνα τα χρόνια προτού οργανωθούν οι μαστόροι και επιβάλουν ένα τακτικό ωράριο, δούλευαν όλη μέρα, από την ανατολή ως τη δύση. Χαρακτηριστικό είναι το ηπειρώτικο τραγούδι: ‘‘Ήλιε μου τί πολλάργησες δεν πας να βασιλέψεις σε καταριέτ' η αργατιά κι οι ξενοδουλευτάδες.''
4. «Θυμάμαι τον πατέρα μου που έλεγε: μια ζουρλοτσουκανιά, μια μέρα δουλειά, δηλαδή μια άσχημη καλεμιά ήθελε παραπάνω δουλειά. Μερακλήδες άνθρωποι σκάλιζαν και τραγουδούσαν κι όλο έπιναν τσίπουρο από το παγούρι για περισσότερη έμπνευση. Οι καλύτεροι έβγαζαν δώδεκα με δεκαπέντε αγκωνάρια τη μέρα. Είχαν μεγαλύτερη αξία, σα να πούμε ήταν πιο τιμημένα πρόσωπα. Έπαιρναν τη πέτρα και την έκαναν λουλούδι. Μεγάλη υπόθεση. Ακόμη και οι γυναίκες στα ποτίσματα όταν τσακώνονταν για το νερό, με τη φήμη των μαστόρων βριζόταν μεταξύ τους. Έλεγε η μια στην άλλη ότι ο άντρας της ήταν κλουμπίνος ότι δούλευε από τη μέσα πλευρά του τοίχου, με λίγα λόγια δεύτερος παρακατιανός μάστορας» (Διήγηση του μάστορα Δήμου Φλινδή από το περιοδικό Αρμολόι).
5. "Κάθε τελετουργία στην ιστορία της ανθρωπότητας συνοδεύεται από υλικά δώρα και ανταποδώσεις. Τα δώρα αυτά, όσο κι αν φαίνονται αυθόρμητα και αυτοπροαίρετα, στην πραγματικότητα είναι υποχρεωτικά. Αυτό ισχύει ακόμη κι όταν η όλη χειρονομία αποτελεί προσποίηση, τυπικότητα και κοινωνικό ψεύδος ή κι όταν κατά βάθος υπάρχει υποχρέωση και οικονομικό συμφέρον". (Το δώρο - Μαρσέλ Μως)
Το τελείωμα της σκεπής σήμαινε γι' αυτούς μια «τρανή μέρα», που τους «ανήκε», την «καρτερούσανε» και είναι τότε που άρχιζαν τα ‘‘μπαξίσια'', μια τελετή, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι οι εθιμοτυπικές προσφωνήσεις. Ο δωρητής εκθέτει το δώρο ανεβαίνοντας στη σκαλωσιά. Ο αρχιμάστορας, το ψηλαφίζει πρώτα και ύστερα το σηκώνει στον αέρα κουνώντας το. Συνήθως σκύβει το κεφάλι του πίσω από το δώρο και οι κινήσεις του μοιάζουν σαν το παιχνίδι "κρυφτό". Το υπόλοιπο σώμα λικνίζεται και ακολουθεί το κεφάλι του πίσω από το δώρο. Η φωνή του κορυφαίου μάστορα συνοδεύεται ρυθμικά ή φάλτσα από το πανδαιμόνιο που δημιουργούν οι σκεπαρνιές στη στέγη και τα μεταξύ τους μισόλογα. Πολλές φορές οι μαστόροι «ξεχνιούνται» στο τραγούδι και τα μπαξίσια είναι μια ατέλειωτη θεατρική παράσταση.
Οδοιπορικό. Χρειαστήκαμε επαφή με τους ανθρώπους που έχουν γνωρίσει τα υλικά .Μεγάλη λέξη το «γνωρίζω». Τί σημαίνει γνώση; Να είναι δικό σου. Να το ξέρεις τόσο καλά, μέχρι που να μπορείς να το προβλέψεις. Αυτό το τόσο ξένο από το είναι σου να το κατέχεις τόσο που να μην μπορεί να σε αιφνιδιάσει πια. Τρόπον τινά ...! Γιατί αυτό, στο απόλυτο του, καταλήγει ύβρη... Και επανέρχομαι...Τα υλικά, η πέτρα και το ξύλο είναι από μόνα τους πολύ δυνατά χρειάζονται χρόνο, διάθεση και πολύ...επιμονή μέχρι να σε αφήσουν να μάθεις, έστω να ανιχνεύσεις τα μυστικά τους. Και εμείς χρόνο δεν είχαμε. Δεν είχαμε και τις συνθήκες που θα το επέτρεπαν αυτό. Ανυπόμονοι απευθυνθήκαμε σε ανθρώπους που έχουν ήδη έρθει κοντά τους. Το κάναμε χωρίς δισταγμό. Θα μας μιλούσαν για όσα ξέρουν, θα διαβάζαμε τα δικά μας και θα έμενε το απόσταγμα για να σας το μεταδώσουμε! Και τότε βρεθήκαμε... προ εκπλήξεως! Δεν το υπολογίζαμε! Ποιο; Οι άνθρωποι που βρήκαμε ασκούσαν τόση γοητεία...η λάμψη στο πρόσωπο τους όταν μιλούσαν για την ταπεινή «δουλίτσα» τους, το σπινθήρισμα όταν με το μάτι αγγίζανε το έργο τους, η περηφάνια τους, αυτή η βαθιά αίσθηση του κατέχω ...όλα αυτά! Σταματήσαμε και κοιτούσαμε...Αλλάξαμε ρυθμούς. Εναρμονιστήκαμε με τους δικούς τους για να τους ακούσουμε. Να ρουφήξουμε ότι έχουν να μας πουν... Και κάποια στιγμή ήταν ολοφάνερο: Πως εμείς θα τα καταφέρναμε καλύτερα; Αδύνατο και τόσο υπεροπτικό... Και αποφασίστηκε. Άσε τους ανθρώπους να τα πουν! Αυτοί ξέρουν! Και το οδοιπορικό αρχίζει... Προτού όμως θέλουμε να ζητήσουμε τη συγνώμη σας, τη κατανόηση σας σε ένα πράγμα : Οι στιγμές μας μαζί τους ήταν τόσο έντονες ,που μας δυσκολεύουν στο να τις επαναλάβουμε .Πόσο μάλλον να τις μεταδώσουμε. Σε κάθε επανάληψη -το νιώθουμε - κάτι χάνεται... Χρειάζεται να σας μεταφέρουμε στο κλίμα. Για να καταλάβετε και να τους εκτιμήσετε και εσείς, έστω από μακριά. Το κλίμα, η αίσθηση ...πράγματα εύθραυστα όταν πια ανήκουν στο παρελθόν. Γι αυτό θα είμαστε όσο το δυνατόν ποιο λακωνικοί Άλλωστε το είπαμε: άσε τους ανθρώπους να μιλήσουν!
Στάση πρώτη.Βρισκόμαστε στα Κανάλια. Ένα ημιορεινό χωριό του νομού Καρδίτσας με πετρόχτιστα κυρίως σπίτια. Από την κεντρική πλατεία με τα πλατάνια και τις δημόσιες βρύσες απολαμβάνεις τη θεά του θεσσαλικού κάμπου. Εκεί και συναντήσαμε δυο γέροντες πετράδες, από τους τελευταίους πια Έλληνες μαστόρους που ζουν στις μέρες μας: τον κύριο Θανάση Πιστρίκα (θείο του πατέρα μου) και τον κύριο Μιλτιάδη Αναστασίου. Ζητήσαμε να μάθουμε για την τέχνη και τη καθημερινότητα της δουλειάς τότε. Οι πρώτες στιγμές ήταν αμήχανες. Ήταν η πρώτη φορά και για τους δυο, που κάποιος ζητούσε να μάθει λεπτομέρειες για αυτό που ουσιαστικά ήταν η ζωή τους! Όλα ήταν γι αυτούς τόσο αυτονόητα, τόσο βαθιά βιωμένα, που το να τα εξηγήσεις μοιάζει περιττό...Οι κουβέντες μετρημένες, σταματούσαν απότομα αφήνοντας το βλέμμα ,τη χειρονομία ,τη σιωπή ,να ολοκληρώσει το νόημα. Η Καρδίτσα δεν έχει παράδοση στο δούλεμα της πέτρας. Ρωτήσαμε λοιπόν να μάθουμε για την καταγωγή τους. Οι υποψίες δεν διαψεύσθηκαν. Μας εξήγησαν ότι κατεβήκανε από τα μαστοροχώρια της Δυτ. Μακεδονίας. Η οικονομική ανέχεια και οι λίγες εργολαβίες στην περιοχή ανάγκασαν, εκεί κοντά στο 1900 πολλά «μπουλούκια» πετράδων από τα βόρεια (Ήπειρος-Μακεδονία) να μεταναστεύσουν προς εύρεση εργασίας. Με το αλάνθαστο ένστικτο τους οδηγό, εγκαταστάθηκαν στις περιοχές που οι δουλειές αφθονούσαν. Ο Ν. Καρδίτσα ήταν μια από αυτές. Συχνά στην κουβέντα τους μνημονεύουν το μπάρμπα - Ντούλα. Πρόκειται για τον πρωτομάστορά τους και προπάππου μου. Ο μπαρμπα - Ντουλας (Κωνσταντίνος Πιστρικόπουλος το όνομα του) με καταγωγή από το Βυθό Βοΐου Κοζάνης ανήκει στη σπάνια κατηγορία των πρωτομαστόρων που είναι και καλοί πελεκάνοι. Συνήθως ο πρωτομάστορας ξέρει μεν πως δουλεύεται το υλικό αλλά δεν ασχολείται με αυτό. Πολλές φορές τυχαίνει δε, να είναι κακός μάστορας. Αντικείμενο του είναι το κλείσιμο των συμφωνιών, το σχέδιο του έργου και η εποπτεία της δουλειάς. Στάση δεύτερηΚατηφορίζοντας στο κάμπο πια, συναντήσαμε στην πόλη της Καρδίτσας, ένα άλλο μάστορα του ίδιου συνεργείου, της «ίδιας παρέας» που λέγανε εκείνοι. Πρόκειται για τον κύριο Παναγιώτη Πιστρίκα (μακαρίτη σήμερα). Η κουβέντα μαζί του έγινε πιο άνετα, λόγο και προσωπικής οικειότητας (θείος του πατέρα μου). Ο κύριος Παναγιώτης μας περιέγραψε τη καθημερινότητα των χτισταδων. « Από το πρωί που ανέτειλε μέχρι το βράδυ που έδυε ο ήλιος (δουλεύαμε)...αυτή ήταν η ζωή μας!», ήταν η φράση που μας έμεινε χαρακτηριστική του ρυθμού και της απλότητας . Μίλησε ακόμη, για τα εργαλεία εξηγώντας γλαφυρά με χειρονομίες πως χρησιμοποιείται το καθετί. Μας έκανε εντύπωση η περηφάνια του για την ποιότητα της δουλείας του. «Δεν ήμασταν τσαπατσούληδες » είπε δυνατά «ήμασταν επιστήμονες μαστοροι!» Ευχαριστώ : Τον πατέρα μου, που με παρότρυνε και με συνόδευσε στο οδοιπορικό, τον κ. Παν. Πιστρίκα (θείο του πατέρα μου - μακαρίτη πια), τον κ. Μιλτ. Αναστασίου και τον κ. Αθαν. Πιστρίκα (θείο του πατέρα μου).
Καρδίτσα 11-03-2002 Απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα
Μιλτιάδης Αναστασίου - Θανάσης Πιστρίκας, μάστορες πετράδες. Κανάλια Καρδίτσας
Εργαλεία. Την πέτρα την κουβαλούσαμε στη πλάτη. Πολλές φορές χέρι με χέρι (την ανεβάζαμε). Βελόνια, χτένια, ματρακά. Ο παππούς σου είχε και το χτένι, ένα σφυρί που μπροστά είχε δόντια .Είχαμε το ζύγι - σκοινί με ένα βαρίδι και μια γωνιά, μια σιδερένια γωνιά, και για το τοίχο και για τα αγκωνάρια, κυρίως για τα αγκωνάρια. Στο λατομείο δούλευαν παραμίνα. Παραμίνα ήταν ένα σίδερο μεγάλο: ανοίγαμε τρύπα, μετά βάζαμε σφήνες, χτυπούσαμε με τη βαριά και ο βράχος άνοιγε. Πεταλάκι από εδώ πεταλακι από εκεί, η σφήνα στη μέση και τακ άνοιγε κανονικά ,πρώτης τάξεως...
Μπουλούκι. Άλλοι βγάζανε πέτρα στο νταμάρι (λατομείο), άλλοι τη κουβαλούσανε και άλλοι -το συνεργείο -τη χτίζανε. Αυτοί που κουβαλούσανε φτιάχνανε και λάσπη για πάνω, για τους μαστόρους. Οι μαστοροι δουλεύανε δυο από μέσα -δυο από έξω ,ένας-ένας, ανάλογα ...ζευγάρια πάντως. Ήτανε ένας επικεφαλής. Είχαμε τότε, το μακαρίτη το Μπάρμπα - Ντούλα. Εκείνος συμφωνούσε τη δουλειά. Εν γνώση και σε μας, στη παρέα ...κατάλαβες;
Καταγωγή. Οι πατεράδες μας ήρθαν το 1900 και ...εδώ, και εγκαταστάθηκαν. Ηρθαν από το Βυθό Βοΐου Κοζάνης. Και μετά μείναμε και εμείς εδώ ...Εκεί ήταν όλο μαστόροι....Πεντάλοφο, Επταχώρι, Ήπειρος. Γέμιζε εδώ...με μουλάρια ερχόταν και γέμιζε μαστόρους...
Τα καλούπια τα έφτιαχνα εγώ... είμαι και μαραγκός. Στρογγυλά καλούπια και χτίζαμε καμάρες... Το βλέπεις το καμπαναριό; Ο Μπάρμπα - Ντούλας πελεκούσε! Με φόρμα όλα γινόταν! Κάναμε το σχέδιο πρώτα και έπειτα φτιάχναμε τις πέτρες από εδώ στενές και από εκεί φαρδιές για να...για να στέκουν, να σφηνώνουν... βέβαια!
Βάζατε κονίαμα; Δεν υπήρχε τσιμέντο τότε ...λάσπη, λάσπη... Κουβαλούσαμε το χώμα και κάναμε λάσπη. Αυτό ήταν το τσιμέντο.
Ζωή. Κουραστική δουλειά. Ήταν τότε και δουλεύαμε και το απόγευμα. Από το πρωί αξημέρωτα, τρώγαμε το μεσημέρι και μετά πάλι δουλειά. Τι; ..τώρα..., δουλεύουνε τώρα; Κυριακή μόνο, αργία! Φεύγαμε είχαμε τη κουρελού και εκεί...Δεν είχαμε τα μέσα τότε ...Κοιμόμασταν έξω!
Το βλέπεις το χωριό όλο αυτό; Δεν υπάρχει σπίτι να μην έχω δουλέψει! Σπίτι! Σε όλα γενικώς!
Πόσα σπίτια έχει το χωριό; Φτάνουν τα τρακόσα-πενήντα. Στα χρόνια του πατέρα μου ήταν δυόμισι χιλιάδες άνθρωποι... Δυόμισι χιλιάδες; Τρεισήμισι ήμασταν εδώ. Τετρακόσια παιδιά είχε το σχολειό!
Το σχολειό και την εκκλησία ποιός τα έχτισε; Αυτά είναι διακόσια χρόνια φτιαγμένα! Το σχολειό που έμαθα γράμματα εγώ , έγινε επί Συγγρού. Ήταν ένας αρχηγός της Ελλάδας. Στην εκκλησία, το καμπαναριό το έφτιαξε ο μπάρμπα - Ντούλας. Ήτανε χτισμένη μέχρι τη βάση απάνω στα παράθυρα. Από εκεί και πάνω οι δικοί μας την αποτελειώσανε. Ήτανε ο μακαρίτης...Ήτανε άσσος! Πρώτα απ' όλα ήτανε εγγράμματος. Τρίτη γυμνασίου στο τελείωμα...Βέβαια!...Από πελέκημα! Έπαιρνες τη γωνιά και δεν ήθελε ...μπαπ! Ήσουνα εντάξει (εφάρμοζε τέλεια).
Παναγιώτης Πιστρίκας, μάστορας πετράς. Καρδίτσα.
Ωράριο. Πρωί-πρωί τα γερόντια πήγαιναν στο καφενείο. Πίναν το καφέ στο καφενείο και ύστερα δουλειά. Από τις οχτώ να πούμε μέχρι τις δώδεκα. Από τις δώδεκα γυρίζαμε και τρώγαμε. Στις δυο πάλι στη δουλειά μέχρι που βασίλευε ο ήλιος ...Αυτή ήταν η ζωή μας! Εγώ ξεκίνησα από δεκάξι χρονών παιδί. Ήτανε άλλοι από τα δώδεκα. Μόλις τελείωναν το δημοτικό τους παίρνανε. Κουβαλούσανε λάσπη, πηλοφόρι τα λέγαμε τότες. Ύστερα βγήκαν οι τενεκέδες. Βάζαμε τενεκεδια και κουβαλούσαμε...Βέβαια! Μέχρι πόσο χρονών δουλεύατε; Εεε...όσο μπορούσαμε ...δεν είχε σύνταξη τότες...Είχε χιόνια; Πηγαίναμε!
Το μεροκάματο; Μεροκάματο... Τα συνηθισμένα... Ήταν οι μεγάλοι, να πούμε, και παιρναν λίγο μεροκάματο, περισσότερο από τους μικρούς. Εκατό δραχμές, ενενήντα. Τα μαστορόπουλα τα είχαν με σαράντα...
Δεν ήμασταν τσαπατσούληδες μαστόροι, που λένε. Ήμασταν επιστήμονες μαστόροι! Ό,τι έλεγε ο μηχανικός, τα έδινε σε εμάς και δεν ήταν να μας παρακολουθήσει. Παίρναμε το σχέδιο και ...Αλλά τότες στα χωριά μηχανικοί δεν ήτανε. Τα βγάζαμε μόνοι μας.
ΛατομείοΠέτρες παίρναμε από το νταμάρι. Ήτανε ένα μέρος να πούμε, το οποίο είναι πέντε -έξι μέτρα ύψος. Ανοίγαμε τρύπες με παραμίνα, βάζαμε μπαρούτι, το δίναμε φωτιά και μπαμ! Έβγαζε πελώριους βράχους. Ύστερα πελεκούσαμε εμείς. Θέλαμε για αγκωνάρια και αυτά; Είχαμε τα καλέμια και ένα σφυρί, ματρακά το λέγαμε, και κόβαμε από εκείνον το βράχο κομμάτια πιο μικρά . Οι γωνιές μας νοιάζανε... Όλη την ημέρα τα μαστοράκια να πούμε ήταν άλλα εκείνα που κουβαλούσανε λάσπη και ασβέστη και άλλα εκείνα που κουβαλούσανε τη πέτρα. Είχανε δυο -τρία ζώα και πέρα-δώθε, πέρα-δώθε... Φασαρίες! Σάμπως ζούσαμε τότε! Άστα να πανε...
ΕργαλείαΟ μάστορας που ήταν στο κτίσιμο απάνω έπρεπε να έχει το σφυρί του, το μυστρί, ένα ματρακά και μερικά κοπίδια. Αυτά! Αυτοί που ήτανε στο νταμάρι και έβγαζαν πέτρες, πρώτα-πρώτα, είχαν κασμάδες για να καθαρίζουν το χώμα από επάνω και φτυάρια. Λοιπόν... είχανε παραμίνες ύστερα, για να ανοίγουνε φουρνέλα. Για νταμάρι διαλέγαμε εκείνους τους βράχους που δεν σαπίζανε. Να μην έχουν ρωγμές. Και παγωνιά. να είναι να μην παθαίνουν τίποτα! Φτιάχναμε σφήνες. Ήταν ένα σίδερο, πώς να σου πω, δυο - τρία δάχτυλα πλατύ και με το σφυρί ανοίγαμε μια χαραμακιά ίσα -ίσα να μπαίνει μέσα με τη βαριά, τη μεγάλη βαριά, δώδεκα οκάδες, σου λεω τώρα ...σκληραγωγία αυτό ήταν! Και μπαπ-μπουπ! Έβλεπες το βράχο και ανοίγει!
Μπαξίσια. Φτιάχναμε το σπίτι και το σκεπάζαμε. Γιατί εμείς φτιάχναμε και τη σκεπή απάνω. Όταν τελείωνε έλεγε το αφεντικό: ΄΄Τέρμα!΄΄ Εμείς ήμασταν στη σκεπή απάνω και καρφώναμε. Και έλεγε ο πρωτομάστορας: ΄΄Καλωσόρισε ο τάδε!΄΄ Έφερνε μαντίλια για τις γυναίκες, πουκάμισα, παντελόνια...Καθώς ερχόταν το δώρο φωνάζαμε: ΄΄Καλώς όρισε το πεσκέσι!΄΄ Εκείνος έδειχνε το δώρο που έφερε και εμείς βροντούσαμε τα σφυριά νταν-νταν, νταν -νταν στη σκεπή...
|