taking_notes
Αρχική arrow Δημοσιεύσεις arrow ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΓΚΑΣΤΑΡΗΣ(ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΤΣΙΟΥΜΑ)
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΤΣΙΟΥΜΑ

Αφιέρωμα του Γκάσταρη Στέργιου στο συγχωριανό μας, αγαπητό και σεβαστό σ’ όλους μας

,Γιάννη Παπατσιούμα (Κούλη)

 

Μετά το θάνατό του αισθάνθηκα την ανάγκη να συγκεντρώσω και παρουσιάσω στους απανταχού συγχωριανούς και φίλους μας, ένα αριθμό δημοσιευμάτων του, κυρίως στο  περιοδικό «Βοιακή Ζωή» της Θεσσαλονίκης, που αναφέρονται φυσικά στο αγαπημένο μας χωριό, στα ήθη και έθιμα του, στη πεζογραφία του και σε άλλα σημαντικά γεγονότα και ιστορίες του. Αυτά τα δημοσιεύματα μαζί με ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα της εγγονής το και ένα αφιέρωμα σ’ αυτόν του αγαπητού καθηγητή Μπακαίμη Αλεξάνδρου με τον οποίο πρωτοστάτησαν στην έκδοση των βιβλίων : 1)Τρεις Κώδικες του χωριού και 2)Ζωντανά μνημεία της Ελληνικής Γλώσσης του Ιωάννη Αγακίδη παρουσιάζονται παρακάτω :

 

 

 Ο ΓΙΑΝΝΗΣ (ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΗΣ ΕΓΓΟΝΗΣ ΤΟΥ)

 

O Γιάννης , ή ο Κούλης ,όπως τον φώναζαν οι συγχωριανό του , γεννήθηκε το 1914 στο Βυθό Βοιού Κοζάνης. Παρ΄ότι ήταν γιός χτίστη και αγρότισσας από παιδί διψούσε για μάθηση έχοντας ως πρότυπα τους προγόνους του , Ιωάννη και Κοσμά Αγακίδη, λαχταρούσε να γίνει και αυτός κοινωνός του υψηλότερου λειτουργήματος , αυτό του δασκάλου, οι ανάγκες , όμως, μιας δύσκολης εποχής, καθώς η Ελλάδα στην δεκαετία του ΄30 , υπέφερε ακόμα τα δεινά των πολέμων, περιόρισαν τις γνώσεις του εως το δημοτικό.

    Με υπομονή και μεράκι έγινε στα 14 του χτίστης ,γυρνώντας όλα τα μαστοροχώρια της Δυτικοκεντρικής Ελλάδας και νιώθοντας την συγκίνηση του να « πλάθεις » την πέτρα , γύρισε, έμαθε πάλευε, δούλεψε για να φτάσει στις παραμονές του1940 να γνωρίσει και να παντρευτεί, την συγχωριανή του Νικολέτα, το γένος Τσίνα. Λίγο αργότερα μετακομίζουν στην Θεσσαλονίκη για ία καλύτερη τύχη. Σύντομα προσλαμβάνεται στην Ε.Μ.Σ. ως κλητήρας δουλέυοντας παράλληλα στο Κ.Θ.Β.Ε. ως εμπειροτέχνης πρόθυμος πάντα να βοηθήσει και να βοηθηθεί , καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι ευθύνες τόσο μιας πόλης και οι ρυθμοί της γίνονταν πιο απαιτητικοί, όσο και μιας οικογένειας που με την Αθηνά και τον Νίκο είχε γίνει πια τετραμελής –πολλαπλασιάζονταν.

    Συνταξιούχος πια, δεν μπορούσε να ξεκουραστεί και να «αναλοθεί» όπως οι συνομίληκοι του στα καφενεία της γειτονιάς. Η συγγραφική του φλέβα και η αστείρευτη αγάπη του για τον τόπο και τους συγχωριανούς τον καλούσαν. Είχε ξεκινήσει από παλαιότερα να γράφει στη Βοιακή Εστία και τη Μακ. Ζωή για τα κοινωνικά του χωριού του , αλλά σταδιακά αφοσιώνεται στην περισυλλογή σπάνιου φωτογραφικού και ιστορικού υλικού μεγάλης αξίας-ισης μεγαλύτερης απ΄αυτή που είχε συλλογιστει. Η χρόνια παραμονή του σε μια κοιτίδα πολιτισμού και ιστορίας όπως η Ε.Μ.Σ και η γνωριμία του εκεί με ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων ,ωρίμασαν το λόγο του σε δοκιμιακό. Το 1993 ολοκληρώνει τους ¨3 κώδικες¨ . Ονειρέυεται πια με μια οδυσσειακή λαχτάρα πως επιστρέφει στη δική του Ιθάκη, το Βυθό.

    Ονειρέυεται πως όλοι οι Βυθινοί του εξωτερικού επιστρέφουν πάλι στον τόπο τους. Έβλεπα στα μάτια του , τον οραματιστή μιας άλλης γενιάς, μιας ευτυχισμένης γενιάς. Ένιωθα στα χέρια του τη ζεστασιά ενός ανθρώπου που δούλεψε και πάλεψε για ζωή. Και άκουγα παράλληλα με τους κτύπους της καρδιάς του ,τους ήχους ,του δικού του χωριού.

    Πέθανε 83 χρονών ήσυχος και ευτυχισμένος, αφήνοντας μας για κληρονομιά την αγάπη του για τον Βυθό και σπάνιο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό. Τώρα , που είναι και πάλι άνοιξη , θυμάμαι με συγκίνηση κάτι που συνήθιζε να λέει στην πολυαγαπημένη του γυναίκα κάθε χρόνο τέτοια εποχή: Μύρισε, Νικολέτα…….καλοκαίρι.

Μύρισε και πάλι Βυθός.

 

H ΠΙΡΠΙΡΟΥΝΑ

 

Άγονα και φτωχά τα πιο πολλά από τα  χωριά της ορεινής Επαρχίας Βοίου. Λίγα τα χώματα και κείνα σπαρμένα πέτρες και πουρνάρια…….Ότι στο τέλος κατορθώνουν να πάρουν από τη γή οι γεωργοί είναι ποτισμένο με ιδρώτα۠ τον ιδρώτα της υπομονής και της σκληρής πάλης με τα στοιχεία της φύσης από το πρωί ως το βράδυ.

    Κι όταν οι καιροί πάνε καλά κι ο καλός Θεός ρίχνει στην ώρα του τη ευλογημένη βροχή, τότε κάτι γίνεται. Όταν όμως πλακώνει αναβροχιά ,το κακό κρατούσε μέρες πολλές και όλα κινδύνευαν να ξηραθούν, στην μαγεία εναπέθεταν τις ελπίδες τους οι πατεράδες μας. Είχανε ακουστά πάππου, προς πάππου, πως και στην μεγαλύτερη ξηρασία, μπορούσαν να εξευμενίσουν το Θεό και να ανοίξουν οι κρουνοί τ’ουρανού.

    Πολλές μαγικές ενέργιες εφάρμοζαν και πολλά θυμούνταν τέτοιες ώρες, μα πιο αποτελεσματικά θεωρούσαν την πιρπιρούνα. Πρόκειται για ένα παμπαλαιο γραφικό έθιμο ,που το συναντάμε, με μικρές παραλλαγές ,και σε άλλες περιοχές και που αποτελεί κλασσικό παράδειγμα ομοιοπαθητικής μαγείας( «βρέχουμε» εμείς, για να βρέξει κι ο Θεός ).

 

    Παρακάτω ο Γίαννης Παπατστιούμας μας περιγράφει πολύ παραστατικά πως τελέστηκε για τελευταία φορά ( το 1920 ) η πιρπιρούνα στο χωριό του στο Βυθό Βοιου , και στο τέλος ρίχνει την ιδέα- δεν είναι καθόλου άσχημη- να αναβιώσουμε το παμπάλαιο και τόσο γραφικό αυτό έθιμο.(Αλέξανδρος Μπακαϊμης)

 

    « Ανυπόφορη» ήταν η ζέστη εκείνη την καλοκαιριάτικη μέρα του 1920.Σε απόγνωση βρίσκονταν οι χωριανοί από την τρομερή ανομβρία που τους έδερνε.

Προσέυχονταν να ρίξει ο Θεός καμμιά σταγόνα, μα ούτε συννεφάκι δε φαίνονταν στον ουρανό. Τα φύλλα από τα καλαμπόκια είχαν διπλωθεί και αργοπέθαιναν. Τα πρόβατα δεν έβρισκαν πουθενά χλωροσιάκι είχε πικραθεί η γλώσσα τους από το γαβρίσιο κλαρί.

     Εμείς τα παιδιά που να συμμεριστούμε την στεναχώρια! Είχαμε μαζευτεί στο χαγιάτι της εκκλησίας και χοροπηδούσαμε από την μεγαλη χαρά για το αναπάντεχο τσιμπούσι που θα κάναμε εκείνη την μέρα.Είχαμε όμως και τηυν περιέργεια να δούμε τι πράγμα ήταν αυτή η πιρπιρούνα που ετοίμαζαν από το πρωί τα μεγάλα παιδιά κάτω στα πηγάδια του Μαγιάννη και του Δημοσιάρη.

    Καμμιά φορά φάνηκαν να ’ρχονται από το καινούργιο Σχολείο, έχοντας στη μέση το Χιλή Αγορίτας, τυλιγμένο από την κορφή ως το πάτο με βουζιουλιές και λυγαριές, ώστε να μην διακρίνονται καθόλου.

     Εκεί που τον χαζοκοιτάζαμε, μας έβαλαν τις φωνές να πάμε γρήγορα στα σπίτια μας να φέρουμε άλλος τρουβά άλλος γκαμπράτσι, άλλος σακούλι, άλλος μπούκλα….

Σαν τα φέραμε κινήσαμε όλοι μαζί να γυρίσουμε το χωριό. Μπροστά η Πιρπιρούνα πίσω τα μεγάλα παιδιά και παραπίσω εμείς κρατώντας ο καθένας από κάτι στα χέρια του.

    Σε κάθε αυλή που μπαίναμε τα μεγάλα παιδιά άρχιζαν το τραγούδι( Ξεκινήσαμε από το Βαρότσι μαχαλά περάσαμε στους Κερασοφτάδες και τελειώσαμε στον κάτω Ντόλο:

Πιρπιρούνα πιρπατεί

Κι του θιο παρακαλεί

Για να βρέξει μια βροχή

Μια βροχή μια σιγανή

Για να γίνει το ψωμί

Για να φάνε οι φτωχοί.

 

     Βγήκε τότε η Ευγενία Τζαμπίρη από το σπίτι με ένα γκιούμι νερό και με την ευχή «μακάρι ο Θεός», το έριξε πάνω στη Πιρπιρούνα. Μετά μας έδωσε λίγο ότι είχε από τυρί, ψωμί, αλεύρι, λίγδα και αλάτι, καθώς και ένα μπουκάλι για το λάδι. Είδαμε και πάθαμε να το φτάσουμε ως τη μέση. Ήταν ,βλέπετε, το λάδι εκείνα τα χρόνια στα χωριά μας από τα αγαθά που σπάνιζαν. Αλλά άλλο ήταν το χειρότερο: Η γιαγιά του Γκάσταρη έκαμε λάθος κι αντί για λάδι μας έριξε στο μπουκάλι πετρέλαιο!

    Όταν περάσαμε από όλα τα σίτια του χωριου, επιστρέψαμε στη βρύση Μπνάρ.Ακουμπήσαμε στα πεζούλια ,κάτω από την μεγαλύτερη κορομηλιά της μπάμπως Πλιατσικούλας, ότι είχαμε μαζέψει, κι ενώ ο Χίλης πήγε να αλλάξει ρούχα, γιατί είχε γίνει παπί από το νερό που του έριχναν , εμάς μας έστειλαν πάλι στα σπίτια μας για να φέρουμε τηγάνια, πιρούνια, μαχαίρια,πυρωστιές και ξύλα.

    Όλες τις ετοιμασίες( μαγείρεμα, τηγάνισμα κ.λ.π)  τις έκμαν τα μεγάλα παιδιά. Αλλά και εμείς οι μικρότεροι ένας ένας …. Στρογγυλοκαθήσαμε μαζί τους. Ήταν ένα τσιμπούσι που θύμιζε τις «Αγάπες» των πρώτων Χριστιανών.

    Ύστερα από δύο μέρες έτυχε να βρέξει και να χορτάσει η γης νεράκι.

«Έγινε το θαύμα τις Πιρπιρούνας» έλεγε και ξανάλεγε τότε η Λένω Αγορίτσα, μια γριά από το Μαχαλά μου.

   
Πώς να ξεχάσω τώρα, μονολότι πέρασαν τόσα χρόνια εκείνο το φαγοπότι ; Πώς να λησμονήσω το λίγδωμα του αδειανού μας στομαχιού ;

 

    Το όμορφο αυτό έθιμο δε ματάγινε άλλη φορά στο χωριό μας , ίσως και σε όλη τη έπαρχία. Είναι καιρός όμως να ξαναγίνει. Ας αρχίσει από το χωριό μας ή από οποιοδήποτε άλλο χωριό. Δε χρειάζονται ετοιμασίες. Αλλιώς σε λίγα χρόνια θα ξεχαστεί εντελώς

ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΥΘΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ

 

Είναι γνωστό, επίσης, ότι μέσα στο αποκεντρωμένο δημοκρατικό Κοινοτικό Σύστημα του Γένους κατά την τουρκοκρατία εμείς οι Μακεδόνες διατηρούσαμε τις Εκκλησίες μας και τα σχολεία μας, με δικούς μας επιτόπιους πόρους και μεγάλες δωρεές, ώστε να παραμείνει άσβεστη η Αγία φλόγα του Ελληνισμού και να μεταλαμπαδέυεται από γενεά σε γενεά.

    Με βαθιά συγκίνηση σήμερα εγώ που είμαι ένας απλός Μακεδόνας ,ούτε ερευνητής ούτε λογοτέχνης – δημοσιέυω στην Βοιακή Ζώη από τον Κώδικα που χρονολογείται από το 1838 από το χωριό μας, όπως αυτός διασώθηκε. Ο κώδικας καταδεικνύεται πώς οργανώθηκε και λειτουργούσε το Σχολείο μας. Αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη και πνευματικό οδηγό για τις νεότερες γενεές.

    Αντιγράφω τον ιερό αυτό κώδικα κατά λέξη με τα δύο έγγραφα που θα διαβάσει ο αναγνώστης της « Βοιακής ζωής».

    Κουβάλησαν φλουριά και λίρες , και μαζί πολιτισμό , και μόρφωση σε κείνο το απόμερο και κακοτράχαλο τόπο.

    Έκαμαν αδελφότητα στην ξενητειά με μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν το χωριό.

    Όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και νίκη.

 

Πράξις περί δανείου είς την εκκλησίαν

   

 

Σήμερον αποφασίσαμε όλη η κοινότητα του χωριού μας Ντόλου και κάνομε δάνειον δια την εκκλησίαν μας , την οποίαν ανεγείρομεν και δανειζόμεθα παρά του Κυρίου Βασιλείου Ευαγγελίου Αγοριτσα λίρας Οθωμανικής είκοσι μία, και πέντε Γρόσια χρυσά, με προθεσμίαν δια εν έτος άνευ τόκον, και εάν παρέλθη η προθεσμία θα πληρώνη η εκκλησία τόκον προς οκτώ γρόσια χρυσά τα εκατό όσος καιρός και εάν παρέλθη , δια τούτο εγίνετο η πράξις προς βεβαίωσιν της κοινότητας και εν γνώσει και υπογράφεται παρά των επιτρόπων της εκκλησίας και των προκρίτων , καθώς και ομόλογον, υπογράφεται και δίδεται εις χείρας του Κυρίου Βασιλείου Β. Αγορίτσα προς ασφάλειαν του Ντόλου τη 20 Απριλίου 1908.

    Οιποφηνόμεθα οι επίτροποι και πρόκριτοι Χρηστόδολος Δημήτριος, Ευάγγελος Νικολάου, Νικόλαος Τσούμας, Στέργιος Καμπερογιάννης, Βάσος Γκιούρης, Γεώργιος Παπαναγιώτης, Δημήτριος Διμοσάρης, Κωνσταντίς Καμβέρης, Γεώργιος Παναγ.Παπαγιώτας  Κοσμάς Γ. Κοβάτις, Ανδρέας Ευγ. Τσιούμας, Ευάγγελος Κ. Τσιούμας. (Γιάννης Παπατσιούμας)

 

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ

 

 

Προς τη Βοιακή Ζωή

Ένταυθα

 

 

Γράφω τις αράδες αυτές όντας σίγουρος ότι θα τις φιλοξενήσετε.

    Στις 30 Ιανουαρίου αυτού του χρόνου ο αγαπητός μας καθηγητής κ. Κουλούσιας έδειξε διαφάνιες από το λατρεμένο Βόιο. Παρουσιάζοντας το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας κοντοστάθηκε μέχρι να πεί τη λέξη Βυθού και διόρθωσε λέγοντας η Αγία Τριάδα Βοίου, για να μην παρεξηγηθέι όπως είπε, από τους γείτονες μας Πενταλοφίτες και Αυγερινιώτες.

Δεν μας ενόχλησε η διόρθωση φοβούμαστε όμως ότι έτσι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια ο τόπος που είναι χτισμένο το Μοναστήρι. Ο προσδιορισμός είναι αδόκιμος. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε το ρόλο που έπαιξε ο Πεντάλοφος, ο Αυγερινός καθώς και ολόκληρο το Βοίο για την ανάνδρωση και αναβίωση του Μοναστηριού, κανένας όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι το μοναστήρι βρίσκεται μέσα στα διοικητικά όρια της Κοινότητας Βυθού και ότι ο Βυθός έκανε και κάνει πολλά γι’ αυτό. Τα πιο πολλά κτήματα του Μοναστηριού ήταν δωρεές των Βυθινών και τα πρόβατα του καθώς και τα άλλα ζώα έβοσκαν κυρίως στην κτηματική περιοχή του Βυθού. Στα παλιά χρόνια πολλές φορές ακόμα και οοικονομικοέλεγχος του Μοναστηριού γινόταν από τη κοινότητα Βυθινού και οι Βυθινοί κρατούσαν ολόκληρη την τρίτη μέρα του τριήμερου πανηγυριού για τον ευατό τους.

    Νομίζω ότι προσδιορίζοντας το Μοναστήρι σαν «Αγία Τριάδα Βυθού»ή «Αγία Τριάδα Βοιού», ανάλογα σε ποιόν μιλούμε, είναι πιο σωστό, χωρίς να ενοχλιέται κανένας.

    Ευχαριστώ για τη φιλοξενία. (Γιάννης Παπατσίουμας)

 

ΟΙ ΠΕΘΕΡΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΛΟΥ (ΒΥΘΟΥ)

ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Οί άνθρωποι του Ντόλου (Βυθού) με το πέρασμα του χρόνου, πιο πολιτισμένο περιβάλλον, πιο δημοκρατικό, απεναντίας στις Ντολιανάτισες δημιούργησαν συνθήκες πρωτόγονες.Οι άνδρες είχαν το πρόσταγμα πάντα στις δουλιές στο εξωτερικό, ο πατέρας εξουσίαζε τα παιδιά και τα κρατούσε σαν σκλάβους χωρίς να έχουν κανένα δικαίωμα να αντιμιλήσυν,Το αυτό είχεν ισχύ και για την πεθερά και για την μεγάλη συνυφάδα.Τις νύφες πάντα τις είχαν σαν σκλάβες να δουλέυουν και να γεννούν παιδιά.Ποτέ οι νύφες δεν άνοιγαν το στόμα να μιλήσουν με τους άνδρες ούτε και ποτέ στο όνομα τους φωνάζαν. Εάν καμμιά φορά την ρωτούσε κανείς, ποιός είναι μέσα στο σπίτι και τύχαινε να είναι ο άνδρας της, θα έλεγεν ο άλλος παρά να πη το όνομα του ανδρός της.

    Μόνον στο συζυγικό κρεβάτι εκεί τους γνώριζαν και πολύ πρωί χώριζαν , διότι έπρεπε να σηκωθή η νύφη να ανάψη στο τζάκι τη φωτιά εκεί που κοιμόταν ο πεθερός και να του ετοιμάση τον πρωινό καφέ του αφέντη. Τον πεθερό πάντα αφέντη τον φώναζαν και όχι πατέρα, όπως σήμερα η κάθε νύφη.

    Μά ένα τέτοιο τυραννικό τρόπο δεν μπορούσε να κρατήση επ’άπειρο .Πολλές πεθερές με 3 ή 4 και περισσότερες νύφες από γιούς και με καμμιά 10 εγγονούς θα , τις τυραννούσαν θανάσιμα και παράλογα, χωρίς λόγο, τις χτυπούσε με καμμιά μασιά ή καμμιά κρανιά ή ακόμη με τη ρόκα που έγμεθε στο σοκκάκι της κάθε γειτονιάς το μαλλί για τον αργαλειό.

    Οι παλιές νύφες είχαν συνηθίσει την αυστηρότητα και τα χαστούκια της πεθεράς των.  Η κάθε πεθερά με το δικό της νόμο κυβερνούσε και τους δικούς της απανθρώπους τρόπους , όπως το ήθελεν αυτή. Αλλά σιγα-σιγά, οι νύφες δεν άντεξαν στη βάρβαρη βία της πεθεράς και άρχισαν να χωρίζουν τα τσανάκια τους ,πράγμα που έπεφτε βαρύ για τις πεθερές όλη αυτή η επανάστασις της νύφης, έχανε όλα τα ρουσφέτια της η πεθερά και όλα τα καλά της.

    Και με αυτό τον τρόπο κατέλυσαν μια πρωτόγονη δικτατορία. Και άρχισαν ζούν σύμφωνα με το περιβάλλον των άλλων χωριών και με πιο προοδευτικό τρόπο της ζωής τους. (Γιάννης Παπατσιούμα )

 

ΔΥΟ ΕΓΓΡΑΦΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

 

Τακτοποιώντας παλιά έγγραφα , χειρόγραφα, επιστολές ,πωλητήρια κλπ. Στο χωριό μου μου Βυθό ένα πωλητήριο και μια επιστολή, τα οποία ξεχωρίζουν και θεώρησα σκόπιμο να δούν το φώς της δημοσιότητας από τις στήλες του αξιόλογου περιοδικού ‘ΒΟΙΑΚΗ ΖΩΗ’ , ΠΟΥ ΤΟ ΕΚΔΊΔΕΙ ΚΆΘΕ ΔΊΜΗΝΟ Η Βοιακή Εστία Θεσσαλονίκης.

    Στο πωλητήριο με χρονολογία 14 Νοεμβρίου 1833, αναγράφεται πως δύο αντραδερφές πούλησαν στο Γεράσιμο Κερασοβίτη .Το παραθέτω όπως έχει.

’’Την σιμιρον ομολογούμη ημής η διο αντραδερφές ότι σινιφονησαμε κι πουλισαμε τα χωράφια στο ‘ Στροζαβο’, στο ‘Πριπορο’ και στο ‘Σκιοντολο’ δια γρόσια800 ιτη οκτακόσια στο εξις στο γιράσιΚιρασοβίτι, να τα νέμι, να μη έχει κανένα να τον βιάζι ούτι γίνοναι ούτι σιγγινις ούτι κι τα σίνορα με τους Κρασσοβιτάδες στο εξίς.

Το 1833 νοεμβρίου 14

Κοσμάς γράφο και μαρτυρό

Εγο ο γιόργηος μαρτιρό

Πεδ’η του γηράσι τζούμα.’’

    Για να συνταχτεί ένα οποιοδήποτε έγγραφο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ,που σήμερα απαιτεί ένα σωρό χαρτιά και χίλιες δύο διατυπώσεις , τότε ήταν αρκετό ένα κομμάτι χαρτί ,λίγο μελάνι φτιαγμένο κι αυτό από την κάπνια του τζακιού και πρώτα απ’όλα η έντιμη έκφραση της βούλησης μπροστά σε δυο –τρείς μάρτυρες.

 

    Στην συνέχεια παραθέτουμε επιστολή του βεζύρη μαχμούτ  Χαμήτ προς τον κάλφα Γεώργιο Κόυρναβο που έχει ς εξής:

      ’’Δια τουπαρόντος μας μπουγιουρντί φανερώνομε ότι ο Μαιμάρης ( αρχιμάστορας) Γεώργιος Κούρναβος Ζιουπανίωτης (Πεντάλοφος) εδούλεψε με πακατάν ( ευχαρίστηση) και προθυμίαν εις το βασιλικόν ουρδί της Σκόντρας. Δια τούτο ανταμοίβοντες και ημεις και πιστός στις εκδουλέψεις, προστάζομεν να χαρισθεί το χρεοστικόν κεκλίφ

( απαλλαγή του φόρου) χωρίς να το ζητήσουν τα τρία βιλαέτια, μήτε από το χωρίον του.

    Έγινε αυτό και εδόθη εις ασφάλειαν το παρόν μας μπουγιουρντί εξ αποφάσεως.

    1836 Ιουνίου 1”.

     Στα χρόνια του Αλήπασα των Ιωαννίνων πολλά χωριά της Ανασελίτσας έγιναν τσιφλίκια μπεήδων και αγάδων. Ανάμεσα σ΄αυτά και τα Ζιουπάνια: Πεντάλοφος,  Δίλοφο, Δασύλλιο, Χρυσαυγή ,Κορυφή, Κριμίνι, Μορφή, Αυγερινός ,και Αγία Σωτήρα. Η  ομάδα των παραπάνω εννέα χωριών ονομαζόταν, τότε , «Ζιουπάνιᨻ , από το παλιό όνομα του Πενταλόφου ( ζουπάνι)που ήταν και το μεγαλύτερο. Τα παραπάνω χωριά πέρα από τους άλλους φόρους που πλήρωναν κι ένα πρόσθετο φόρο , το αγαλίκι στην Αλήπασα, ο οποίος πληρωνόταν και μετά το θάνατο του.

    Στα 1836 οι κάτοικοι των παραπάνω χωριών, ύστερα αό αναφορές, ενέργιες και παραστάσεις ,προς το σουλτάνο και με τις φροντίδες των:

Γιάννη Κάλφα, από τη χρυσαυγή, Καρακίτσο κάλφα , από το Δασύλλιο, Γκρόζο κάλφα , από την Αγία Παρασκευή( Μπάνια) Βασίλειο Βαλκάνο, πρόξενο , από την Χρυσαυγή και τέλος με τις γνωριμίες που είχε και ο ΓεώργιοςΚούρναβος , από το Βυθό, ο οποίος συνέβαλε κι αυτός, ώστε να απαλλαχτούν τα Ζιουπάνια, από τον πρόσθετο αυτό φόρο. Για την αποτσιφλικοποίηση, εκδόθηκε κοινό φιρμάνι, από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ στα 1836.

    Τα αρχοντικά των Κουρναβαίων δεν υπάρχουν σήμερα στο Βυθό.

Η φωτιά του Ευρωπαίου κατακτητή δεν άφησε κανένα από τα τρία. Τα πυρπόλησε στα 1944.

    Ευχαριστώ τον πρόεδρο της ‘Βοιακής Εστίας’ κ. Νίκο Γκίνη , που δέχεται κάθε εργασία μου. Επίσης ευχαριστώ και τους χωριανούς μου για τα καλά τους λόγια.

 

ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΒΥΘΟΥ

 

Ένας υψηλός πράγματι στόχος του Εκπολιτιστικού Συλλόγου του Βυθού, να εκδώσει τον κώδικα που χρονολογείται από το 1938, βρήκε θερμούς υποστηρικτάς:

    Ο κ. Στέργιος Πάυλου Μητράκας, γόνος του Βυθού , που ζεί στο KINGTON της Αμερικής, αλλά παραμένει ζωντανός και θερμός Βυθινός πατριώτης, προσέφερε στο Σύλλογο του χωριού, για τον παραπάνω σκοπό, 400,000 δρχ.

    Η γενναία αυτή χειρονομία είναι συνέχεια των προσφωρών της Παμμακεδονικής Ενώσεως Ν.Ζηλανδίας εκ 500 δολλαρίων.Τη διοίκηση της Παμμακεδονικής την έχουν στα χέρια τους άνθρωποι από το Βυθό, που διαπρέπουν στα γράμματα και στο εμπόριο.

    Η κ. Χρυσάνθη Διονυσίου Λύτρα επίσης προσέφερε 50,000δρχ., καθώς και η κ. Ιωάννα Διονυσίου Λύτραάλλες 50,000.

    Ακόμη , έχουμε την υπόσχεσητου κ. Γρηγόριο Πάυλου Μητράκα για το ποσόν των 200,000δρχ.

    Το διοικητικό Συμβούλιο του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βυθού εκφράζει τις θερμές ευχαριστίες προς όλους αυτούς, που ανταποκρίθηκαν στους υψηλούς στόχους που επιδιώκει. Το γεγονός αυτό θα παραμείνει χαραγμένο στις ψυχές όλων των Βυθινών. Άνθρωποι με ανώτερα ιδανικά συνεχίζουν αταλάντευτα το παράδειγμα των ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΥΕΡΓΕΤΩΝ της πατρίδας μας.

    Τη μελέτη του κώδικα του χωριού έχει αναλάβει ο Φιλόλογος της παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης κ. Αλέκος Μπακαίμης, επίκουρος καθηγητής . Του ευχόμεθα καλό κουράγιο και γρήγορα να έχουμε στα χέρια μας την έκδοση. Για να γνωρίσουμε το περιεχόμενο του κώδικα και το ενδιαφέρον που είχαν οι παππούδες και οι πατεράδες μας πριν 150 χρόνια για την εκκλησία και το σχολείο του χωριού μας.

 

  ΠΑΤΗΣΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

vithos  

  agakidis

apokries

vithines_istories

ta_pistrofia

sxolikes_anamnisis

o_ponos_tis_xenitias

papanikolaoy

kalogritsa    

o_kodikas  kalanta me matsoukes   

istories_apo_to_vitho  

h_prosfora_tis_mpampos